αιματοκυλιέμαι


αιματοκυλιέμαι
αιματοκυλιέμαι, αιματοκυλίστηκα βλ. πίν. 173 και πρβλ. αιματοκυλίζομαι

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αιμάσσω — (Α αἱμάσσω) νεοελλ. 1. είμαι ματωμένος, στάζω αίμα, αιμορραγώ 2. είμαι τραυματισμένος ψυχικά, υποφέρω αρχ. 1. κηλιδώνω, περιβρέχω κάτι με αίμα 2. τραυματίζω, πληγώνω 3. έχω το χρώμα τού αίματος 4. προκαλώ αιματηρό τέλος 5. (ως ιατρ. όρος) κάνω… …   Dictionary of Greek